
Το Ηνωμένο Βασίλειο, επηρεάστηκε λιγότερο από άλλες χώρες – Η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει δασμούς 20%, η Ιαπωνία 24%, η Κίνα 34% και το Βιετνάμ 46%
Λονδίνο του Γιάννη Χανιωτάκη
Η διπλωματική στάση του Ηνωμένου Βασιλείου απέδωσε καρπούς, υποστηρίζει η Ντάουνινγκ Στριτ, καθώς ο Αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ επέβαλε δασμούς 10% στις εξαγωγές της χώρας.
Κατά τη διάρκεια της «ημέρας της απελευθέρωσης», όπως τη χαρακτήρισε, ο Τραμπ ανακοίνωσε «αμοιβαίους» δασμούς παρουσιάζοντας ένα γράφημα με τα ποσοστά για την κάθε χώρα.
Οι νέοι δασμοί θα πλήξουν όλες τις εξαγωγές του Ηνωμένου Βασιλείου προς τις ΗΠΑ οι οποίες ανέρχονται σε 60 δισεκατομμύρια λίρες ετησίως, με τους οικονομολόγους να προειδοποιούν ότι θα μπορούσαν να εξαλείψουν εντελώς την ανάπτυξη της βρετανικής οικονομίας το επόμενο έτος.
Ωστόσο η χώρα, μετά από μήνες συζητήσεων και διαπραγματεύσεων από τον πρωθυπουργό Σερ Κιρ Στάρμερ και άλλα μέλη της κυβέρνησης, επηρεάστηκε λιγότερο από τις περισσότερες χώρες – με την Ευρωπαϊκή Ένωση να αντιμετωπίζει δασμούς 20%, την Ιαπωνία 24%, την Κίνα 34% και το Βιετνάμ 46%.
Ένας αξιωματούχος της Ντάουνινγκ Στριτ δήλωσε: «Δεν θέλουμε καθόλου δασμούς, αλλά ένα χαμηλότερο ποσοστό από τις άλλες χώρες δικαιώνει την προσέγγισή μας. Έχει σημασία γιατί η διαφορά μεταξύ 10% και 20% είναι χιλιάδες θέσεις εργασίας. Θα συνεχίσουμε να διαπραγματευόμαστε, θα παραμείνουμε ψύχραιμοι και ήρεμοι. Θέλουμε να διαπραγματευτούμε μια βιώσιμη εμπορική συμφωνία και φυσικά να μειώσουμε τους δασμούς. Αύριο θα συνεχίσουμε με αυτό το έργο».
Ο υπουργός επιχειρήσεων και εμπορίου, Τζόναθαν Ρέινολντς, έχει δηλώσει ότι το Ηνωμένο Βασίλειο διατηρεί όλες τις επιλογές στο τραπέζι.
«Έχουμε μια σειρά εργαλείων στη διάθεσή μας και δεν θα διστάσουμε να δράσουμε», είπε, προσθέτοντας: «Κανείς δεν θέλει έναν εμπορικό πόλεμο και η πρόθεσή μας παραμένει να εξασφαλίσουμε μια συμφωνία».
Ο λόρδος Μάντελσον, ο πρεσβευτής της Βρετανίας στις ΗΠΑ, εργάζεται επίσης για την εξασφάλιση μιας τεχνολογικής συμφωνίας με την Ουάσιγκτον που θα περιλαμβάνει στενότερη συνεργασία σε τομείς όπως η τεχνητή νοημοσύνη και το διάστημα.
Πάντως, όπως σημειώνουν οι Financial Times, το γεγονός ότι ο Τραμπ επέβαλε στο Ηνωμένο Βασίλειο έναν μικρότερο δασμολογικό συντελεστή από αυτόν που επέβαλε στην ΕΕ θα μπορούσε να δημιουργήσει εντάσεις με τις Βρυξέλλες σε μια περίοδο που ο Στάρμερ προσπαθεί να επαναφέρει τις σχέσεις μετά το Brexit.
Ο Βρετανός πρωθυπουργός αντιμετωπίζει επίσης πολιτικές πιέσεις ώστε να αντισταθεί στον Τραμπ, τη στιγμή μάλιστα που σύμμαχοι όπως η ΕΕ και ο Καναδάς ετοιμάζουν αντίποινα. Ο ηγέτης των Φιλελευθέρων Δημοκρατών Σερ Εντ Ντέιβι κάλεσε τον Στάρμερ την Τετάρτη να συνεργαστεί με την ΕΕ, τον Καναδά και άλλους εταίρους για τον σχηματισμό ενός «οικονομικού συνασπισμού των προθύμων» για να αντιμετωπίσει τον Ντόναλντ Τραμπ.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ «χτίζει έναν τοίχο από δασμούς, που περικλείει ολόκληρες τις ΗΠΑ», γράφει ο Guardian. Υπόσχεται την απελευθέρωση, «αλλά ο άμεσος αντίκτυπος θα μπορούσε να είναι η αύξηση των τιμών και η διαβρωτική αβεβαιότητα για τις επιχειρήσεις», προσθέτει η εφημερίδα, με την Telegraph να σημειώνει ότι «μερικά από τα μεγαλύτερα θύματα του προστατευτισμού του προέδρου θα είναι οι ίδιοι οι ψηφοφόροι του».
Ανησυχίες εκφράζουν βρετανικές επιχειρήσεις
Στο μεταξύ, η Ομοσπονδία Μικρών Επιχειρήσεων (FSB) προειδοποίησε ότι οι νέοι δασμοί του Τραμπ θα επιφέρουν ένα «σημαντικό πλήγμα» στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες ήδη αντιμετωπίζουν πίεση από την αδύναμη ανάπτυξη στο εσωτερικό.
Επί του παρόντος, το 59% των μικρών εξαγωγέων του Ηνωμένου Βασιλείου πωλούν στην αγορά των ΗΠΑ, ανέφερε η FSB, προσθέτοντας ότι «οι δασμοί θα προκαλέσουν ανείπωτη ζημιά στις μικρές επιχειρήσεις που προσπαθούν να βρουν το δρόμο τους προς το κέρδος, ενώ η εγχώρια οικονομία παραμένει σταθερή. Οι επιπτώσεις θα καταπνίξουν την ανάπτυξη, θα βλάψουν ευκαιρίες και θα πλήξουν σοβαρά την παγκόσμια οικονομία. Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου θα πρέπει τώρα να είναι έτοιμη να παράσχει επείγουσα βοήθεια σε οποιεσδήποτε μικρομεσαίες επιχειρήσεις κινδυνεύουν να καταρρεύσουν».
Παράλληλα, η Συνομοσπονδία Βρετανικής Βιομηχανίας (CBI), δήλωσε ότι οι ανακοινώσεις Τραμπ ήταν «βαθιά ανησυχητικές» για τις επιχειρήσεις και πιθανόν να έχουν επιπτώσεις σε όλο τον κόσμο.
Η Rain Newton-Smith, διευθύνουσα σύμβουλος της CBI, δήλωσε ότι «μια ψύχραιμη και ήρεμη αντίδραση από την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου είναι η σωστή απάντηση».
«Οι εταιρείες του Ηνωμένου Βασιλείου χρειάζονται μια μετρημένη και αναλογική προσέγγιση που να αποφεύγει περαιτέρω κλιμάκωση», τόνισε.
Πηγή: skai.gr